Τρεις ιστορίες σοκολάτας από τα 90s

Η σοκολάτα αποτελεί βασικό προϊόν της διατροφής όλων των ανθρώπων, ακόμη κι όταν δεν… πρέπει, καθώς κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί σε αυτό το γλυκό πειρασμό, ο οποίος ξετρελαίνει μικρούς και μεγάλους. Ειδικά στην παιδική ηλικία όλων μας, η σοκολάτα έχει διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο, είτε λόγω της επιθυμίας και της προσμονής για την απόκτησή της, είτε διότι έχει συνδεθεί στο μυαλό μας με παιδικές αναμνήσεις, οι οποίες δεν θα ξεχαστούν ποτέ.
Σε μία τέτοια γλυκανάλατη νοσταλγική συζήτηση, τρεις συντάκτες του viralbuzz.gr συνειδητοποίησαν ότι οι δικές τους θύμισες από σοκολάτες στη δεκαετία του 1990, αφορούν συγκεκριμένα τη σοκολάτα Lacta, αλλά για τρεις αιτίες που δεν θα μπορούσαν να απέχουν περισσότερο μεταξύ τους στην ουσία της εκάστοτε ιστορίας. Κι επειδή στο viralbuzz.gr μοιραζόμαστε τα πάντα, ιδού οι τρεις ιστορίες σοκολάτα από τα 90s, με πρωταγωνιστή το διάσημο brand της Lacta.

Ιστορία Lacta Νο1: Έγινε Ολυμπιακός στο μπάσκετ λόγω Lacta ο Βάιος

Οι αναμνήσεις μου από τα πρώτα χρόνια του σχολείου, αρχικά στο νηπιαγωγείο και στη συνέχεια στο Δημοτικό, είναι πλέον ελάχιστες, αλλά παρόλα αυτά κλήθηκα να πάρω σημαντικές αποφάσεις, που επηρέασαν στη συνέχεια ολόκληρη τη ζωή μου. Και φυσικά δεν αναφέρομαι στο αν θα διάβαζα ή όχι, γιατί αυτό δεν ανήκε στη δική μου δικαιοδοσία, αλλιώς η απάντηση θα ήταν ένα ξερό “Όχι” και θα είχαμε ξεμπερδέψει από νωρίς.
Αντίθετα, έπρεπε να αποφασίσω κάτι πολύ πιο σημαντικό: Τι θα απαντούσα στην ερώτηση του… εκατομμυρίου για κάθε παιδάκι της -τότε- ηλικίας μου. “Και τι ομάδα είσαι μικρέ;” Με δεδομένο λοιπόν ότι το μόνο που ήξερα από αθλητισμό εκείνη την εποχή ήταν δύο ποδοσφαιριστές, ο Μαραντόνα κι ο Σαραβάκος, αποφάσισα να γίνω Παναθηναϊκός, καθώς κάποιος με είχε ενημερώσει ότι ένας από τους δυο προαναφερθέντες αγωνιζόταν στη συγκεκριμένη ομάδα. Παναθηναϊκός λοιπόν! Αυτοί οι “πράσινοι” που έβλεπα στην τηλεόραση κάθε φορά που πήγαινα με τον παππού μου στο καφενείο.
Λίγο αργότερα όμως έμαθα, ότι εκτός από το ποδόσφαιρο, υπάρχει και δεύτερο άθλημα, με πορτοκαλί μπάλα, το οποίο είναι επίσης δημοφιλές, λόγω ενός Γκάλη. Τον έβλεπε σου λέει μέχρι κι η μαμά μου, που εγώ νόμιζα ότι μόνο να διαβάζουμε -και να με κυνηγάει να με χτυπήσει- της άρεσε. Μπάσκετ λοιπόν, άρα κι εδώ χρειαζόμουν μία ομάδα. Παναθηναϊκός μου έλεγαν όλοι, καθώς το θεωρούσαν δεδομένο λόγω ποδοσφαίρου. Έλα όμως που στο μπάσκετ ήταν αλλιώς. Βλέπετε, η άλλη ομάδα με τα κόκκινα, που μετά έμαθα ότι ήταν σε κόντρα με τους “πράσινους” είχε μία πανέμορφη φανέλα, που δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Κατακόκκινη με πέντε λευκά γράμματα, τα οποία δεν μπορούσα να διαβάσω, αλλά θα τα αναγνώριζα παντού. L-A-C-T-A! Δεν είχα ιδέα πως γίνεται μια ομάδα να πουλάει ταυτόχρονα και σοκολάτες, αλλά αυτή η σοκολάτα ήταν η αγαπημένη μου και κάθε φορά που έβλεπα το όνομά της, η καρδιά μου χτυπούσε πιο δυνατά. Οι κόρες των ματιών μου διαστέλλονταν και ήμουν ικανός να διαβάσω ακόμη και τρεις ώρες συνεχόμενες αν μπορούσες να μου υποσχεθείς ότι θα αγοράζαμε μία από το περίπτερο του χωριού. Ο Ολυμπιακός δεν μου υποσχέθηκε τίποτα τέτοιο, αλλά η απόφασή μου ήταν -για τότε- οριστική: Παναθηναϊκός στο ποδόσφαιρο και Ολυμπιακός στο μπάσκετ. Για περίπου μία διετία όλοι οι φίλοι μου και οι συγγενείς μου με κορόιδευαν, αλλά ορκίζομαι ότι κάθε φορά που έτρωγα μια σοκολάτα Lacta, δεν τους άκουγα καν.

Ιστορία Lacta Νο2: Μόνο η Lacta πήγε στο πάρτι της Ελένης

Η “βασίλισσα” της τάξης δεν ήμουν στο Δημοτικό. Η αλήθεια να λέγεται! Τα απανωτά δρακουλίνια και τα ντόνατς σε σχήμα καρδιάς από το κυλικείο του σχολείου είχαν αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη τους χαραγμένα στην κοιλιά, τους γοφούς, του γλουτούς, μέχρι και τα αυτιά μου, με αποτέλεσμα κανένα αγόρι μέχρι την Έκτη να μη μου έχει ζητήσει να “τα φτιάξουμε”. Το πρόβλημα όμως σε αυτή την ιστορία δεν είναι τα γκομενικά μου την εποχή των δεινοσαύρων που πήγαινα Δημοτικό (τα οποία έγιναν ακόμα χειρότερα μόλις φόρεσα και γυαλιά μυωπίας), αλλά αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία που μου προκάλεσε μεγάλα ψυχικά τραύματα, καθώς ντρεπόμουν να πάω στο σχολείο για τουλάχιστον 6 μήνες.

Πλησίαζαν τα γενέθλιά μου. Έπεσα στα πόδια της μάνας μου και την παρακάλεσα να κάνω ένα πάρτι στο σπίτι μας, γιατί ήθελα μια φορά να παίξω “μπουκάλα” και “πλάτες” με τους συμμαθητές μου από τη θέση της οικοδέσποινας και όχι της κομπάρσας, βρε αδερφέ! Πίστευα ότι το γεγονός αυτό θα “ανέβαζε” τις μετοχές μου αισθητά και θα σταματούσα πια να ζω στη σκιά αυτής της σιχαμένης της Βίλμας, που δεν είχα ιδέα γιατί τη γλυκοκοίταζαν όλα τα αγόρια της τάξης. Επειδή ήταν ξανθιά και γαλανομάτα σαν τη Μπάρμπι; Τι να πω!
Η μητέρα μου είχε ετοιμάσει τα πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες μου, καθώς δεν άφησα τίποτα στην τύχη από το φόβο μη γίνω ρεζίλι. Η δημοφιλέστερη επιλογή εκείνη την εποχή ως προς το φαγητό ήταν τα κατεψυγμένα Chicken nuggets (προς μεγάλη μου απογοήτευση είδα ότι η μάνα μου έφτιαξε χειροποίητο κοτόπουλο πανέ, αλλά δεν το έκανα θέμα) και η διάσημη “μπόμπα”, τα οποία είχαν πάρει περίοπτη θέση πάνω στο μπουφέ. Μέχρι και καινούριο συνολάκι είχα αγοράσει! Μια ωραιότατη τζιν σαλοπέτα, που τη συνδύασα με ένα εξαιρετικό ζευγάρι λευκά Superga(Ναι, ήταν και τότε στη μόδα!). Δε με έπιανε κανένας! Δίπλα στο κασετόφωνο είχα ακουμπήσει (δήθεν τυχαία) την καινούρια κασέτα του Στέφανου Κορκολή και λίγο παρά δίπλα αυτή του Λάμπη Λιβιεράτου (επίσης του κουτιού!) Για να μη με περάσουν για “βλαχαδερό”, είχα φτιάξει και mix tape με “ΞΕΝΑ”, όπως έγραφε άλλωστε με πλατιά γράμματα η ετικέτα της τρίτης κασέτας. Το πάρτι ήταν να ξεκινήσει στις 6. Μέχρι τις 7 δεν είχε εμφανιστεί κανείς. Στις 7:30 άρχισα να συνειδητοποιώ ότι αυτή η καταραμένη η ζωή δεν είναι δίκαιη και τσάμπα είχα γράψει 25 προσκλήσεις με καλλιγραφικά γράμματα, τις οποίες είχα μοιράσει με καμάρι στην τάξη.
Στις 8 ήμουν απαρηγόρητη. Κλείστηκα στο δωμάτιό μου και έκλαιγα γοερά. Πάνω στο κρεβάτι μου είχε ξεμείνει ένας σάκος, που η μητέρα μου είχε γεμίσει με διάφορα μπιχλιμπίδια που θα κέρδιζαν οι νικητές που δεκάδων παιχνιδιών που είχα οργανώσει. Την άδειασα όλη στο πάτωμα και άρχισα να κλωτσάω στις γωνίες του δωματίου τα διάφορα αντικείμενα που περιείχε ο σάκος. Όταν εκτονώθηκα, παρατήρησα ότι το δωμάτιό μου είχε γεμίσει με σοκολάτες Lacta. Μάζεψα καμιά δεκαριά και άρχισα να τις μασουλάω αργά αργά σαν… αντίδοτο στη λύπη. Κι αλήθεια είναι ότι από την πρώτη μπουκιά άρχισα να νιώθω καλύτερα. Στην τρίτη σοκολάτα βρήκα πάλι τον -παχουλό- εαυτό μου. Και τότε ξαφνικά μου ήρθε αναλαμπή! “Να δεις, που αυτή η σιχαμένη η Βίλμα έβγαλε βρώμα ότι έχω ψείρες, για να μου φάει το Γιαννάκη από το ΣΤ’3”! Έσκασε από το κακό της τις προάλλες που τον βοήθησα στο “Σκέφτομαι και γράφω”! Οι Lacta έκαναν πάντως την ανάμνησή μου λίγο πιο… γλυκιά και μέχρι σήμερα είναι η πρώτη επιλογή μου -σχεδόν υποσυνείδητα- για να συνέλθω από τυχόν αναποδιές. Πάρτι μόνη μου δεν έχω ξανακάνει όμως…

Ιστορία Lacta Νο3: Μια Lacta ήταν το πιο γλυκό κομμάτι στην εφηβική ζωή του Κωνσταντίνου

Ο πρώτος μου έρωτας ήταν η Μαρία, το πιο όμορφο κορίτσι της τάξης μου στο Δημοτικό σχολείο. Αλλά επειδή οι αναμνήσεις μου περιορίζονται στις μπουκλίτσες στα μαλλιά της (με ένα αξιολάτρευτο, ροζ τσιμπιδάκι πεταλούδας στην κορυφή τους) και στο γεγονός ότι με έσπρωξε κι έπεσα στην άμμο του σχολείου μπροστά σε όλους τους φίλους μου, σήμερα θα σας μιλήσω για την Χριστίνα. Αχ η Χριστίνα…
Είχα μόλις ξεκινήσει τα φροντιστήρια στο γυμνάσιο, κι η αίθουσα ήταν ιδανική για τον 13χρονο εαυτό μου. Τρία αγόρια, εκ των οποίων τα δύο σπανίως ερχόντουσαν στα μαθήματα, και πέντε κορίτσια. Μία πολύ όμορφη, όχι όμως τόσο ώστε να θυμάμαι 25 χρόνια μετά το όνομά της, δύο ωραία κορίτσια από το σχολείο μου, η Κατερίνα κι η Γωγώ, μία πολύ φιλική ευτραφής κοπελίτσα, η Έφη, και τέλος, η Ιωάννα. Ένα από τα σπάνια κορίτσια της ηλικίας μου που αδιαφορούσε για την εμφάνισή της κι ερχόταν στο φροντιστήριο πάντα ντυμένη με αθλητικά. Συνήθως κάτι φαρδιές φόρμες που ήταν τότε της μόδας, μαύρες με άσπρες ρίγες και κουμπιά στα πλάγια, ώστε να βγαίνουν εύκολα (Ήταν adidas; Θα σας γελάσω…). Οι προσπάθειές μου για επίδειξη του χιούμορ μου και του υψηλού iq μου (γύρω στο 57 πρέπει να ήταν τότε), επικεντρώθηκαν εξ αρχής στην Κατερίνα (γνώθι σαυτόν από μικρός), αλλά είχαν τελικά αποτέλεσμα μόνο στην… καθηγήτριά μου (με λάτρευε η κυρία Μαριλένα!) και την Χριστίνα.
Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα και να γελάμε μόνοι μας μες στην τάξη με τα αστεία μας. Είχαμε τα δικά μας inside jokes, που εκνεύριζαν τα υπόλοιπα παιδιά του τμήματος κι ανάγκαζαν την κυρία Μαριλένα να μας επαναφέρει συχνά στην τάξη. Μια μέρα μάλιστα μας έβγαλε κι έξω από την τάξη, τα καλύτερα 15 λεπτά της τότε ζωής μου. Καθόμασταν πια μαζί και στο ίδιο θρανίο στο φροντιστήριο, το οποίο περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία, τις ώρες που ημι-κοιμόμουν στο σχολείο. Ήταν η καλύτερή μου φίλη, αλλά… ως εκεί, αφού το μυαλό μου δεν μπορούσε να συνδέσει ακόμη ότι ένα κορίτσι-αθλήτρια (έκανε στίβο και συγκεκριμένα 400 μέτρα με εμπόδια) θα μπορούσε ταυτόχρονα να είναι και… όμορφη και να ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο (σας είπα 57 iq). Ένα hint της κυρίας Μαριλένας (ότι κάνουμε σαν ζευγάρι or something like that) προς το τέλος της χρονιάς, με έκανε να “ξυπνήσω” και το πάρτι του φροντιστηρίου στο κλείσιμο της σεζόν να… πέσω στα πατώματα. Σχεδόν κυριολεκτικά, αφού είδα για πρώτη φορά την Χριστίνα ντυμένη με “ωραία” ρούχα και φτιαγμένα μαλλιά, με αποτέλεσμα να σταματήσει η καρδιά μου. Δυσκολεύτηκα πολύ να της μιλήσω, αλλά περάσαμε όλο το απόγευμα μαζί και πλέον ήμουν βέβαιος: Είχα ερωτευτεί για πρώτη φορά. Ήταν η πιο όμορφη, έξυπνη κι αστεία κοπέλα που είχα γνωρίσει. Και είχα ελπίδες!
Ή έτσι νόμιζα, γιατί όταν τη ρώτησα ποια μαθήματα θα έκανε μαζί μου στα θερινά του φροντιστηρίου, μου είπε: “Δυστυχώς δεν θα είμαι εδώ τη νέα χρονιά”. Η μητέρα της είχε χωρίσει από τον πατέρα της και θα μετακόμιζαν στην Αθήνα λίγες ημέρες μετά. Το μυαλό μου δεν μπορούσε να χωρέσει την τραγωδία που -εγώ;!- ζούσα και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η διαφήμιση της Lacta. “Όποιο κομμάτι της ζωής μου και να δω, πάντοτε ήσουν ό,τι είχα πιο γλυκό”, με τον τύπο στο σταθμό του τρένου να σκέφτεται εκείνη που έχασε. Της ζήτησα έτσι να είμαι εκεί όταν θα φεύγει με το τρένο για να την αποχαιρετήσω (είχα ήδη αγοράσει τη Lacta με το μυαλό μου), αλλά όταν συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν ήταν εφικτό, την πήρα από το πάρτι και πήγαμε μέχρι το περίπτερο. Της είπα όντως τη σκέψη μου, με τη διαφήμιση και τη σοκολάτα, αλλά τίποτα παραπάνω για προφανείς λόγους (=φοβήθηκα). Μου είπε ότι ήμουν πολύ γλυκός, με άφησε να της αγοράσω μία σοκολάτα και μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Ήταν και η τελευταία φορά που την είδα, μέχρι που την πέτυχα δυο καλοκαίρια μετά στο δρόμο, οπότε και μου είπε “γεια σου Παναγιώτη” (#true story).

 

Tell Us What You Think
7Μου αρέσει4Το αγαπώ0Αστείο0Τραγικό0Αντίο για πάντα